Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.487.351 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

θρεπτική ουσία

0,29 sec.
θρεπτική ουσία مادة مغذية
θρεπτική ουσία výživná látka
θρεπτική ουσία næringsstof
θρεπτική ουσία Nährstoff
θρεπτική ουσία nutrient
θρεπτική ουσία nutriente
θρεπτική ουσία ravintoaine
θρεπτική ουσία nutriment
θρεπτική ουσία hranjiva tvar
θρεπτική ουσία sostanza nutritiva
θρεπτική ουσία 栄養分
θρεπτική ουσία 영양제
θρεπτική ουσία voedingsmiddel
θρεπτική ουσία næringsstoff
θρεπτική ουσία substancja odżywcza
θρεπτική ουσία nutriente
θρεπτική ουσία питательное вещество
θρεπτική ουσία näringsämne
θρεπτική ουσία สารอาหาร
θρεπτική ουσία besleyici
θρεπτική ουσία chất dinh dưỡng
θρεπτική ουσία 营养品


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.