| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.763.450.862 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θρεπτικός |
0,04 sec. |
|
θρεπτικός nutritivo nutritious, wholesome مغذي výživný nærende nahrhaft nutritivo ravitseva nutritif hranjiv nutriente 栄養になる 영양이 되는 voedzaam næringsrik odżywczy питательный näringsrik ซึ่งบำรุงสุขภาพ besleyici bổ dưỡng 有营养的 επίθ α / θ / ουδ θρεπτικός, θρεπτική, θρεπτικό [θrepti'kos, θrepti'ci, θrepti'ko] που συμβάλλει στην ανάπτυξη του οργανισμού nourrissant/-antenutritif/-ive θρεπτική τροφή une nourriture nutritive Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|