| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.714.105 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θριαμβευτικός |
0,01 sec. |
|
θριαμβευτικός triumphant επίθ α / θ / ουδ θριαμβευτικός, θριαμβευτική, θριαμβευτικό [θriamvefti'kos, θriamvefti'ci, θriamvefti'ko] μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός triomphal/-ale θριαμβευτική νίκη une victoire triomphale επίρρ θριαμβευτικά [θriamvefti'ka] triomphalement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|