| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.758.697 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θρυμματίζω |
0,02 sec. |
|
θρυμματίζω crumble, fritter, shatter, smash يُهَشم rozbít smadre zertrümmern destrozar särkeä briser razbiti distruggere 打ち砕く ...을 산산이 부수다 vernielen knuse rozbić despedaçar разбивать slå sönder ทำให้แตกเป็นเสี่ยงๆ paramparça etmek đạp tan ra từng mảnh 粉碎 ρ μετβ θρυμματίζω [θrima'tizo] τρίβω ή σπάω κτ σε μικρά κομμάτια effriter ρ μεσοπαθ θρυμματίζομαι [θrima'tizome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|