| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.655.161 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θυελλώδης |
0,02 sec. |
|
θυελλώδης acrimonious, turbulent, stormy, thundery عاصف, مصحوب برعد bouřkový, bouřlivý stormende, trykkende gewittrig, stürmisch tempestuoso, tormentoso myrskyinen, ukkos- orageux olujni, s grmljavinom tempestoso, temporalesco 嵐の, 雷鳴を伴った 폭풍의, 험악한 onweerachtig, stormachtig stormfull, tordenlignende burzowy tempestuoso, trovejante бурный, грозовой åskig, stormig เสียงและลักษณะแบบฟ้าร้อง, ราวกับพายุ fırtınalı, gök gürültülü bão táp, dông tố 有雷的, 狂风暴雨的 επίθ α/θ / ουδ θυελλώδης, θυελλώδες [θie'loðis, θie'loðes] δυνατός σαν τη θύελλα tempétueux/-euseorageux/-euse θυελλώδης άνεμος un vent tempétueux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|