| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.179.754 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θυελλώδης |
0,01 sec. |
|
|
θυελλώδης acrimonious, turbulent, stormy, thundery عاصف, مصحوب برعد bouřkový, bouřlivý stormende, trykkende gewittrig, stürmisch tempestuoso, tormentoso myrskyinen, ukkos- orageux olujni, s grmljavinom tempestoso, temporalesco 嵐の, 雷鳴を伴った 폭풍의, 험악한 onweerachtig, stormachtig stormfull, tordenlignende burzowy tempestuoso, trovejante бурный, грозовой åskig, stormig เสียงและลักษณะแบบฟ้าร้อง, ราวกับพายุ fırtınalı, gök gürültülü bão táp, dông tố 有雷的, 狂风暴雨的, 暴风雨 暴風雨
επίθ α/θ / ουδ θυελλώδης, θυελλώδες [θie'loðis, θie'loðes] δυνατός σαν τη θύελλα tempétueux/-euseorageux/-euse θυελλώδης άνεμος un vent tempétueux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|