| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.195.296 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
θυσιάζω |
0,01 sec. |
|
|
θυσιάζω opfern sacrifice sacrifier
ρ μετβ θυσιάζω [θisi'azo] στερούμαι ενός αγαθού sacrifier ρ μεσοπαθ θυσιάζομαι [θisi'azome] προσφέρω ό,τι καλύτερο έχω για το καλό κάποιου se sacrifier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|