| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.571.295 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θωρηκτό |
0,01 sec. |
|
θωρηκτό battleship θωρηκτό سَفينة حربية θωρηκτό bitevní loď θωρηκτό krigsskib θωρηκτό Kriegsschiff θωρηκτό acorazado θωρηκτό sotalaiva θωρηκτό cuirassé θωρηκτό ratni brod θωρηκτό corazzata θωρηκτό 戦艦 θωρηκτό 전함 θωρηκτό slagschip θωρηκτό slagskip θωρηκτό okręt wojenny θωρηκτό couraçado θωρηκτό линкор θωρηκτό slagskepp θωρηκτό เรือรบ θωρηκτό muharebe zırhlısı θωρηκτό chiến hạm θωρηκτό 战舰 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|