| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.736.422 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
θύμα |
0,02 sec. |
|
θύμα victim, casualty, fatality viktimo victime, accidenté ضحية, مُصَاب oběť en såret, offer Opfer, Verunglückter víctima kuolonuhri, uhri žrtva morto, vittima 死傷者, 犠牲 사상자, 피해자 slachtoffer forulykket, offer ofiara, ofiara wypadku vítima, vítima de acidente жертва, несчастный случай offer, olycksfall จำนวนคนเสียชีวิตหรือได้รับบาดเจ็บ, ผู้เคราะห์ร้าย kurban, zayiat nạn nhân, thương vong 伤亡, 受害者 ουσ ουδ θύμα ['θima] πρόσωπο που έχει κακοποιηθεί victime αθώα θύματα des victimes innocentes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|