| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.547.695 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιατρικός |
0,01 sec. |
|
ιατρικός medicina médical medical طبي lékařský medicinsk medizinisch médico lääketieteellinen medicinski medico 医学の 의학의 medisch medisinsk medyczny médico медицинский medicinsk ทางการแพทย์ tıbbi thuộc y học 医学的 επίθ α / θ / ουδ ιατρικός, ιατρική, ιατρικό [iatri'kos, iatri'ci, iatri'ko] σχετικός με την ιατρική ή το γιατρό médical/-ale ιατρική εξέταση un examen médical ουσ θ ιατρική επιστημονικός κλάδος médecine σπουδάζω ιατρική faire des études de médecine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|