| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.264.508 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιδιαίτερος |
0,04 sec. |
|
ιδιαίτερος particular, private, secretary, separate particulier, privé επίθ α / θ / ουδ ιδιαίτερος, ιδιαίτερη, ιδιαίτερο [iði'eteros, iði'eteri, iði'etero] 1 ατομικός, προσωπικός privé/-éeindividuel/-elle ιδιαίτερη πρόσκληση une invitation individuelle 2 ξεχωριστός για συγκεκριμένη περίπτωση particulier/-èrepropre à ιδιαίτερα χαρακτηριστικά des caractéristiques particulières/qui sont propres à qqn επίρρ ιδιαίτερα [iði'etera] πολύ particulièrement είμαι ιδιαίτερα έξυπνος être particulièrement intelligent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|