| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.896.403 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιδιομορφία |
0,02 sec. |
|
ιδιομορφία singularity, mannerism singularité ουσ θ ιδιομορφία [iðiomor'fia] ιδιαίτερο χαρακτηριστικό singularité; particularité η ιδιομορφία ενός χώρου la singularité d'un endroit οι ιδιομορφίες μιας γλώσσας les particularités d'une langue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|