| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.071.598 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιδιοσυγκρασία |
0,04 sec. |
|
ιδιοσυγκρασία idiosyncrasy, temper idiosyncrasie, caractère Idiosynkrasie, Wut مِزَاج vztek temperament humor kiukku ćud carattere かんしゃく 화 humeur temperament usposobienie temperamento нрав humör อารมณ์โกรธ öfke patlaması cơn giận 脾气 ουσ θ ιδιοσυγκρασία [iðiosiŋgra'sia] ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα tempérament Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|