Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.321.377 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ιδιωτική περιουσία

0,02 sec.
ιδιωτική περιουσία مِلكِية خاصة
ιδιωτική περιουσία soukromý majetek
ιδιωτική περιουσία privat ejendom
ιδιωτική περιουσία Privateigentum
ιδιωτική περιουσία private property
ιδιωτική περιουσία propiedad privada
ιδιωτική περιουσία yksityisomaisuus
ιδιωτική περιουσία propriété privée
ιδιωτική περιουσία privatno vlasništvo
ιδιωτική περιουσία proprietà privata
ιδιωτική περιουσία 個人の所有物
ιδιωτική περιουσία 사유 재산
ιδιωτική περιουσία privé-eigendom
ιδιωτική περιουσία privat eiendom
ιδιωτική περιουσία własność prywatna
ιδιωτική περιουσία propriedade privada
ιδιωτική περιουσία частная собственность
ιδιωτική περιουσία enskild egendom
ιδιωτική περιουσία ทรัพย์สมบัติส่วนตัว
ιδιωτική περιουσία özel mülk
ιδιωτική περιουσία tài sản riêng
ιδιωτική περιουσία 私有财产


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.