| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.829.058 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιδιότητα |
0,02 sec. |
|
ιδιότητα property, attribute propre, propriété ουσ θ ιδιότητα [iði'otita] 1 γνώρισμα propriété οι ιδιότητες ενός φαρμάκου les propriétés d'un médicament 2 αξίωμα qualité με την ιδιότητα του γιατρού en qualité de médecin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|