| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.241.735 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιδρύω |
0,01 sec. |
|
|
ιδρύω found, establish fonder
ρ μετβ ιδρύω [i'ðrio] οργανώνω και ξεκινάω τη λειτουργία δραστηριότητας fonder ιδρύω ένα σύλλογο fonder une association ρ μεσοπαθ ιδρύομαι [i'ðriome] être fondé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|