| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.244.296 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιεραπόστολος |
0,01 sec. |
|
|
ιεραπόστολος missionary missionario missionnaire missionário misionero Missionar التبشيرية misjonarz Мисионер 传教士 傳教士 misionář missionær 宣教師 선교사 missionär
ουσ α/θ ιεραπόστολος [iera'postolos] που συμμετέχει σε ιεραποστολή missionnaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|