| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.136.355 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιερατείο |
0,02 sec. |
|
ιερατείο clergy, priesthood, ministry ιερατείο كهنوت ιερατείο kněžský úřad ιερατείο præstekald ιερατείο geistliches Amt ιερατείο clerecía ιερατείο papin virka ιερατείο ministère ιερατείο svećenićka služba ιερατείο ministero ιερατείο 聖職 ιερατείο 사역 ιερατείο geestelijk ambt ιερατείο presteembete ιερατείο duszpasterstwo ιερατείο clero ιερατείο духовенство ιερατείο prästämbete ιερατείο หน้าที่ของพระ ιερατείο papazlık ιερατείο đoàn mục sư ιερατείο 牧师职位 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|