| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.251.144 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιεροκήρυκας |
0,01 sec. |
|
|
ιεροκήρυκας prêcheur preacher predicador predicatore проповедник kazatel 설교자
ουσ α/θ ιεροκήρυκας [iero'cirikas] που κάνει κήρυγμα prêcheur; prêcheuse; prédicateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|