| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.261.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιεροσυλία |
0,01 sec. |
|
|
ιεροσυλία sacrilégio sacrilege sacrilegio sacrilège heiligschennis sacrilegio Sakrileg helgerån
ουσ θ ιεροσυλία [ierosi'lia] αντιμετώπιση ιερού χώρου, αντικειμένου ή υπόθεσης χωρίς σεβασμό sacrilège; profanation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|