| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.262.542 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιθαγενής |
0,02 sec. |
|
|
ιθαγενής indigenous, native, aboriginal, aborigine indigène indígenas Indigene inheemse indígenas 원주민 พื้นเมือง
ουσ α/θ ιθαγενής [iθaʝe'nis] ο κάτοικος περιοχής indigène Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|