| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.465.765 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ικανοποίηση |
0,02 sec. |
|
ικανοποίηση satisfaction satisfaction إشباع spokojenost tilfredsstillelse Befriedigung satisfacción tyydytys satisfakcija soddisfazione 満足 만족 tevredenheid tilfredsstillelse satysfakcja satisfação удовлетворение tillfredsställelse ความพอใจ tatmin sự hài lòng 满意度 ουσ θ ικανοποίηση [ikano'piisi] 1 η ευχαρίστηση joie εκφράζω την ικανοποίησή μου exprimer sa satisfaction 2 η εκπλήρωση satisfaction η ικανοποίηση ενός αιτήματος la satisfaction d'une revendication Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|