| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.263.420 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ικανοποίηση |
0,02 sec. |
|
|
ικανοποίηση satisfaction satisfaction إشباع spokojenost tilfredsstillelse Befriedigung satisfacción tyydytys satisfakcija soddisfazione 満足 만족 tevredenheid tilfredsstillelse satysfakcja satisfação удовлетворение tillfredsställelse ความพอใจ tatmin sự hài lòng 满意度, 满意 удовлетворение 滿意 שביעות רצון
ουσ θ ικανοποίηση [ikano'piisi] 1 η ευχαρίστηση joie εκφράζω την ικανοποίησή μου exprimer sa satisfaction 2 η εκπλήρωση satisfaction η ικανοποίηση ενός αιτήματος la satisfaction d'une revendication Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|