| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.470.730 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ικανοποιημένος |
0,01 sec. |
|
ικανοποιημένος content, contented, pleased, satisfied راضٍ, مسرور spokojený tilfreds erfreut, zufrieden contento, satisfecho mielissään, tyytyväinen content, satisfait zadovoljan, zadovoljen lieto, soddisfatto 嬉しい, 満足した 기뻐하는, 만족한 tevreden fornøyd zadowolony satisfeito довольный, удовлетворенный nöjd พอใจ memnun, tatmin olmuş hài lòng, thỏa mãn 满足的, 高兴的 επίθ α / θ / ουδ ικανοποιημένος, ικανοποιημένη, ικανοποιημένο [ikanopii'menos, ikanopii'meni, ikanopii'meno] ευχαριστημένος satisfait/-aite είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα être satisfait du résultat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|