| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.264.708 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ικανοποιητικός |
0,01 sec. |
|
|
ικανοποιητικός satisfactory satisfaisant مرضٍ uspokojivý tilfredsstillende befriedigend satisfactorio, satisfactoria tyydyttävä zadovoljavajući soddisfacente 満足のいく 만족스러운 naar tevredenheid tilfredsstillende zadowalający satisfatório, satisfatória удовлетворительный nöjaktig ที่พึงพอใจ tatmin edici đáng hài lòng 满意 משביע רצון
επίθ α / θ / ουδ ικανοποιητικός, ικανοποιητική, ικανοποιητικό [ikanopiiti'kos, ikanopiiti'ci, ikanopiiti'ko] 1 αρκετά καλός satisfaisant/-ante 2 αρκετά πειστικός satisfaisant ικανοποιητική δικαιολογία une excuse satisfaisante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|