| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.309.457 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ικανοποιητικός |
0,02 sec. |
|
ικανοποιητικός satisfactory satisfaisant مرضٍ uspokojivý tilfredsstillende befriedigend satisfactorio tyydyttävä zadovoljavajući soddisfacente 満足のいく 만족스러운 naar tevredenheid tilfredsstillende zadowalający satisfatório удовлетворительный nöjaktig ที่พึงพอใจ tatmin edici đáng hài lòng 满意 επίθ α / θ / ουδ ικανοποιητικός, ικανοποιητική, ικανοποιητικό [ikanopiiti'kos, ikanopiiti'ci, ikanopiiti'ko] 1 αρκετά καλός satisfaisant/-ante 2 αρκετά πειστικός satisfaisant ικανοποιητική δικαιολογία une excuse satisfaisante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|