| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.490.787 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ικανότητα |
0,01 sec. |
|
ικανότητα Fähigkeit ability, aptitude, fitness, proficiency, skill facultad, aptitud capacité abilità قدرة schopnost evne kyky sposobnost 能力 능력 vermogen evne zdolność capacidade, habilidade способность förmåga ความสามารถ yetenek khả năng 能力 ουσ θ ικανότητα [ika'notita] 1 δυνατότητα compétence; aptitude σωματικέςπνευματικές ικανότητες des compétences physiques/intellectuelles 2 δεξιοτεχνία don καλλιτεχνικές ικανότητες des dons artistiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|