| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.032.518 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιλιγγιώδης |
0,02 sec. |
|
ιλιγγιώδης dizzying, vertiginous vertigineux επίθ α/θ / ουδ ιλιγγιώδης, ιλιγγιώδες [£££ilinɟi'oðis, £££ilinɟi'oðes] που προκαλεί ίλιγγο vertigineux/-euse ιλιγγιώδης ταχύτητα une vitesse vertigineuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|