| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.275.377 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιλιγγιώδης |
0,01 sec. |
|
|
ιλιγγιώδης dizzying, vertiginous vertigineux
επίθ α/θ / ουδ ιλιγγιώδης, ιλιγγιώδες [£££ilinɟi'oðis, £££ilinɟi'oðes] που προκαλεί ίλιγγο vertigineux/-euse ιλιγγιώδης ταχύτητα une vitesse vertigineuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|