Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.899.279.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ιπποκόμος

0,01 sec.
ιπποκόμος groom, squire
ιπποκόμος سائس خيل
ιπποκόμος ženich
ιπποκόμος børste
ιπποκόμος Stallbursche
ιπποκόμος mozo de cuadra
ιπποκόμος hevostenhoitaja
ιπποκόμος palefrenier
ιπποκόμος mladoženja
ιπποκόμος sposo
ιπποκόμος 馬の飼育係
ιπποκόμος 말 사육 담당자
ιπποκόμος bruidegom
ιπποκόμος hestepasser
ιπποκόμος stajenny
ιπποκόμος cavalariço, tratador de cavalos
ιπποκόμος конюх
ιπποκόμος brudgum
ιπποκόμος เจ้าบ่าว
ιπποκόμος damat
ιπποκόμος người chăn ngựa
ιπποκόμος 新郎


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.