| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.478.677 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ισοδύναμος |
0,01 sec. |
|
ισοδύναμος equivalent, tantamount équivalent επίθ α / θ / ουδ ισοδύναμος, ισοδύναμη, ισοδύναμο [iso'ðinamos, iso'ðinami, iso'ðinamo] ίσος, αντίστοιχης αξίας équivalent/-ente ισοδύναμοι ανταγωνιστές des concurrents équivalents ισοδύναμα διπλώματα des diplômes équivalents Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|