| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.226.376 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ισορροπημένος |
0,03 sec. |
|
ισορροπημένος متوازن vyvážený afvejet ausgeglichen balanced equilibrado tasapainoinen équilibré uravnotežen equilibrato バランスのとれた 균형 잡힌 evenwichtig balansert zrównoważony equilibrado уравновешенный balanserad ที่สมดุล dengeli cân bằng 平稳的 επίθ α / θ / ουδ ισορροπημένος, ισορροπημένη, ισορροπημένο [isoropi'menos, isoropi'meni, isoropi'meno] 1 που διακρίνεται από ισορροπία équilibré/-ée ισορροπημένη διατροφή une alimentation équilibrée 2 που δε χάνει το μέτρο équilibr飣£ ισορροπημένη σχέση une relation équilibrée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|