| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.325.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ιστός |
0,02 sec. |
|
|
ιστός tissue, web, cobweb, mast شبكة عنكبوتية pavučina net Netz telaraña, tejido verkko toile mreža ragnatela クモの巣 거미줄 web spindelvev pajęczyna teia, tecido паутина nät ใยแมงมุม ağ mạng 网, 组织 тъкан 組織
ουσ α ιστός [i'stos] 1 το δίχτυ της αράχνης toile ( d'araignée) πιάνομαι στον ιστό s'accrocher dans la toile d'araignée 2 σύνολο κυττάρων με ίδια λειτουργία tissu μυϊκός ιστός tissu musculaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|