| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.936.290 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ιστός |
0,01 sec. |
|
ιστός tissue, web, cobweb, mast شبكة عنكبوتية pavučina net Netz telaraña verkko toile mreža ragnatela クモの巣 거미줄 web spindelvev pajęczyna teia паутина nät ใยแมงมุม ağ mạng 网 ουσ α ιστός [i'stos] 1 το δίχτυ της αράχνης toile ( d'araignée) πιάνομαι στον ιστό s'accrocher dans la toile d'araignée 2 σύνολο κυττάρων με ίδια λειτουργία tissu μυϊκός ιστός tissu musculaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|