Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.542.955 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ισχυρισμός

0,02 sec.
ισχυρισμός allegation, assertion, claim prétension, allégation, déclaration إدّْعَاء, مطالبة tvrzení beskyldning, påstand Behauptung demanda, imputación väite navod, potraživanje dichiarazione, richiesta 主張, 申し立て 요구, 주장 bewering, claim beskyldning, krav twierdzenie, żądanie alegação, reivindicação голословное утверждение, претензия anklagelse, anspråk การเรียกร้อง, ข้อกล่าวหา iddia, talep lời cáo buộc, sự đòi hỏi 主张, 诉求
ουσ α ισχυρισμός [isçiri'zmos]
αυτό που υποστηρίζει κν assertion
Ο ισχυρισμός του δε στέκει Son assertion ne tient pas debout.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.