| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.868.470 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ισχύς |
0,01 sec. |
|
ισχύς power, force puissance, force, pouvoir قوة, قوة عسكرية moc, síla magt, styrke Kraft, Macht fuerza, poder valta, voima moć, sila forza, potere 力, 能力 힘 macht makt, styrke siła força, poder сила makt, styrka กำลัง, อำนาจ güç lực 力量 ουσ θ ισχύς [i'sçis] 1 δύναμη force κάνω επίδειξη ισχύος faire preuve de force 2 η δύναμη ανά μονάδα χρόνου puissance μετάδοση ισχύος la transmission de puissance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|