| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.748.295 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάθομαι |
0,02 sec. |
|
κάθομαι sit, sit down istua, istuutua s'asseoir, s’asseoir يَجْلِس, يَقْعُد posadit (se), sedět sidde, sidde ned hinsetzen (sich), sitzen sentarse, tomar asiento sjediti, sjesti sedere, sedersi 座る, 着席する 앉다, 자리에 앉다 gaan zitten, zitten sitte, sitte ned usiąść sentar-se сесть, сидеть sitta, sitta ner นั่ง, นั่งลง oturmak ngồi, ngồi xuống 坐, 坐下 ρ μεσοπαθ κάθομαι ['kaθome] 2 συμπεριφέρομαι se conduirese comporter Κάτσε ήσυχος! Reste tranquille ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|