| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.671.526 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάθομαι ανακούρκουδα |
0,04 sec. |
|
κάθομαι ανακούρκουδα يَرْبِض κάθομαι ανακούρκουδα přikrčit (se) κάθομαι ανακούρκουδα krybe sammen κάθομαι ανακούρκουδα ducken (sich) κάθομαι ανακούρκουδα crouch, crouch down κάθομαι ανακούρκουδα agacharse, ponerse en cuclillas κάθομαι ανακούρκουδα kyyristyä κάθομαι ανακούρκουδα s’accroupir κάθομαι ανακούρκουδα čučnuti κάθομαι ανακούρκουδα accovacciarsi κάθομαι ανακούρκουδα うずくまる κάθομαι ανακούρκουδα 웅크리다 κάθομαι ανακούρκουδα hurken κάθομαι ανακούρκουδα huke (seg) ned κάθομαι ανακούρκουδα przykucnąć κάθομαι ανακούρκουδα agachar-se κάθομαι ανακούρκουδα наклоняться κάθομαι ανακούρκουδα huka (sig) ner κάθομαι ανακούρκουδα หมอบลง κάθομαι ανακούρκουδα çömelmek κάθομαι ανακούρκουδα cúi xuống κάθομαι ανακούρκουδα 蹲下 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|