| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.218.287 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάλπη |
0,03 sec. |
|
κάλπη ballot box, poll, polling station urne ουσ θ κάλπη ['kalpi] το κουτί που βάζουμε τις ψήφους urne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|