| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.120.445 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κάλυμμα |
0,01 sec. |
|
|
κάλυμμα cover, jacket, wrapper غطاء kryt dække Abdeckung cubierta suojus couverture pokrivač copertura 覆い 덮개 omslag deksel pokrycie tampa крышка lock ปกหนังสือ örtü nắp 盖子
ουσ ουδ κάλυμμα ['kalima] σκέπασμα couverture £££κάλυμμα κρεβατιού £££un couvre-lit £££κάλυμμα βιβλίου la couverture d'un livre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|