Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.825.535 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάνω
(προωθήθηκε από κάνει)

0,02 sec.
κάνω machen, tun cost, do, make, be, commit, render hacer faire fare يَفْعل udělat gøre tehdä učiniti ・・・をする (...을) 하다 doen gjøre zrobić fazer делать göra ทำ yapmak làm
ρ μετβ κάνω ['kano]
1 φτιάχνω fabriquerconstruire
κάνω έναν πύργο construire un château
2 ετοιμάζω, φτιάχνω fairepréparer
κάνω τις βαλίτσες μου faire ses valises
3 ετοιμάζω, μαγειρεύω préparer
κάνω καφέ préparer le café
4 παράγω produire
κάνω μέλι produire du miel
5 γεννάω faireavoir
Έκανε ένα παιδί. Il a eu un enfant.
6 φέρω ευθύνη για κπ πράξη faire
κάνω ληστεία cambrioler
7 καταθέτω soumettredéposer
κάνω αίτηση faire une demande
8 υποβάλλω κτ σε κπ fairemener
κάνω ανάκριση faire une enquête
9 προξενώ faire
κάνω θόρυβο faire du bruit
10 δημιουργώ construirebâtir
κάνω περιουσία faire fortune
11 οργανώνω former
κάνω πάρτι faire une fête
12 ταιριάζω assortir
Δε μου κάνουν τα παπούτσια. Les chaussures ne me vont pas.
13 θέλω να φαίνομαι faire
κάνω τον έξυπνο faire le malin
14 ασκώ κπ γνώση, ικανότητα faire
κάνω ποδήλατο faire du vélo
15 μαθαίνω être informé/-éeêtre au courant
κάνω γαλλικά apprendre le françaisprendre des cours de français
Έκανα χρόνια/καιρό να τον δω.
δηλώνει διάρκεια Je ne l'ai pas vu pendant des années/depuis longtemps.
κάνω πως
υποκρίνομαι faire semblantfeindre
κάνω πως δoυλεύω faire semblant de travailler
κάνω σαν
συμπεριφέρομαι σαν faire comme si
κάνω σα να μη συμβαίνει τίποτα faire comme si tout allait bien
κάνω κπ καλά
γιατρεύω guérir qqn
κάνω αργά
αργοπορώ être lent
κάνω ένα αστείο/μια φάρσα
αστειεύομαι faire une plaisanterie/une blague
κάνω παρέα με κπ
βλέπω κπ συχνά fréquenter qqn
ρ μετβ 3rd κάνει ['kani]
1 δείχνει rendre
Το χρώμα αυτό σε κάνει χλωμή. Cette couleur te rend pâle.
2 ίσον égaler
δύο και δύο κάνει τέσσερα deux plus deux égalent quatre
3 κοστίζει faire
Πόσο κάνει;
4 έχει faire
κάνει ζέστη il fait chaud


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.