Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.439.035 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάνω διάρρηξη

0,03 sec.
κάνω διάρρηξη يقتحم
κάνω διάρρηξη vloupat (se)
κάνω διάρρηξη bryde ind
κάνω διάρρηξη einbrechen
κάνω διάρρηξη break in
κάνω διάρρηξη entrar a robar
κάνω διάρρηξη murtautua jonnekin
κάνω διάρρηξη cambrioler
κάνω διάρρηξη provaliti
κάνω διάρρηξη irrompere
κάνω διάρρηξη 押し入る
κάνω διάρρηξη 침입하다
κάνω διάρρηξη inbreken
κάνω διάρρηξη bryte (seg) inn
κάνω διάρρηξη włamać się
κάνω διάρρηξη arrombar
κάνω διάρρηξη вламываться
κάνω διάρρηξη göra inbrott
κάνω διάρρηξη บุกเข้าไป
κάνω διάρρηξη kırıp girmek
κάνω διάρρηξη đột nhập vào
κάνω διάρρηξη 闯入


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.