Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.680.590 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάνω εμετό

0,02 sec.
κάνω εμετό vyzvracet, zvracet
κάνω εμετό kaste op
κάνω εμετό erbrechen, übergeben (sich)
κάνω εμετό throw up, vomit
κάνω εμετό arrojar, vomitar
κάνω εμετό oksentaa
κάνω εμετό vomir
κάνω εμετό povraćati, povratiti
κάνω εμετό vomitare
κάνω εμετό 吐く
κάνω εμετό 토하다
κάνω εμετό overgeven
κάνω εμετό kaste opp, spy
κάνω εμετό zwymiotować
κάνω εμετό vomitar
κάνω εμετό kräkas, spy
κάνω εμετό สิ่งที่อาเจียนออกมา, อาเจียร
κάνω εμετό kusmak
κάνω εμετό nôn
κάνω εμετό 呕吐


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.