| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.680.590 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάνω εμετό |
0,02 sec. |
|
κάνω εμετό يَتقيأ, يَرمِي إلى أعلى κάνω εμετό vyzvracet, zvracet κάνω εμετό kaste op κάνω εμετό erbrechen, übergeben (sich) κάνω εμετό oksentaa κάνω εμετό vomir κάνω εμετό povraćati, povratiti κάνω εμετό vomitare κάνω εμετό 吐く κάνω εμετό 토하다 κάνω εμετό overgeven κάνω εμετό zwymiotować κάνω εμετό vomitar κάνω εμετό подбрасывать, рвать κάνω εμετό kräkas, spy κάνω εμετό สิ่งที่อาเจียนออกมา, อาเจียร κάνω εμετό kusmak κάνω εμετό nôn κάνω εμετό 呕吐 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|