Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.733.352 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάνω μπάνιο

0,02 sec.
κάνω μπάνιο يَستحِم
κάνω μπάνιο vykoupat (se)
κάνω μπάνιο bade
κάνω μπάνιο baden
κάνω μπάνιο bathe, swim
κάνω μπάνιο bañar, bañarse
κάνω μπάνιο kylpeä
κάνω μπάνιο se baigner
κάνω μπάνιο kupati se
κάνω μπάνιο fare il bagno
κάνω μπάνιο 泳ぐ
κάνω μπάνιο 수영하다
κάνω μπάνιο baden (zich)
κάνω μπάνιο bade
κάνω μπάνιο wykąpać się
κάνω μπάνιο banhar-se, tomar banho
κάνω μπάνιο купаться
κάνω μπάνιο bada
κάνω μπάνιο อาบน้ำ
κάνω μπάνιο yüzmek
κάνω μπάνιο tắm
κάνω μπάνιο 沐浴


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.