Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.137.699 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάνω οικονομία

0,03 sec.
κάνω οικονομία يَقْتَصِد
κάνω οικονομία snížit výdaje
κάνω οικονομία økonomisere
κάνω οικονομία sparen
κάνω οικονομία economize
κάνω οικονομία economizar
κάνω οικονομία säästää
κάνω οικονομία économiser
κάνω οικονομία štedjeti
κάνω οικονομία fare economia
κάνω οικονομία 節約する
κάνω οικονομία 절약하다
κάνω οικονομία bezuinigen
κάνω οικονομία spare
κάνω οικονομία oszczędzić
κάνω οικονομία economizar
κάνω οικονομία экономить
κάνω οικονομία hushålla
κάνω οικονομία ประหยัด
κάνω οικονομία ekonomi yapmak
κάνω οικονομία tiết kiệm
κάνω οικονομία 节省


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.