Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.139.132 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάνω σκασιαρχείο

0,01 sec.
κάνω σκασιαρχείο يِتغَيب
κάνω σκασιαρχείο jít za školu
κάνω σκασιαρχείο pjække
κάνω σκασιαρχείο schwänzen
κάνω σκασιαρχείο play hooky, play truant
κάνω σκασιαρχείο dejar de asistir, hacer novillos
κάνω σκασιαρχείο lintsata
κάνω σκασιαρχείο faire l’école buissonnière
κάνω σκασιαρχείο izostajati sa satova
κάνω σκασιαρχείο marinare la scuola
κάνω σκασιαρχείο サボる
κάνω σκασιαρχείο 무단결석하다
κάνω σκασιαρχείο spijbelen
κάνω σκασιαρχείο skulke
κάνω σκασιαρχείο wagarować
κάνω σκασιαρχείο faltar à aula, matar aula
κάνω σκασιαρχείο прогуливать
κάνω σκασιαρχείο skolka
κάνω σκασιαρχείο หนีโรงเรียน
κάνω σκασιαρχείο okuldan kaçmak
κάνω σκασιαρχείο trốn học
κάνω σκασιαρχείο 逃学


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.