Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.142.523 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κάποιος

0,01 sec.
κάποιος some, somebody, someone, something quelqu'un, quelqu’un شخص ذو شأن, شخص ما někdo nogen, nogle jemand alguien joku netko qualcuno 誰か 누군가 iemand noen ktoś alguém кто-то någon บางคน birisi người nào đó 某人 някой מישהו
επίθ α / θ / ουδ κάποιος, κάποια, κάποιο ['kapços, 'kapça, 'kapço]
1 ένας τυχαίος άγνωστος quelqu'un
Είναι κάποιος στην πόρτα. Ιl y a quelqu'un à la porte.
Κάποια Μαρία τηλεφώνησε. Une certaine Maria a appelé.£££
2 σχετικός, μερικός quelque
κάποιες σκέψεις πάνω στη ζωή quelques pensées sur la vie
Έχω κάποιες ελπίδες ακόμα. Je peux encore espérer un peu.
(είμαι) μιας κάποιας ηλικίας
έχω σχετικά μεγάλη ηλικία avoir un certain âge


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.