| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.300.760 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάποιος |
0,01 sec. |
|
κάποιος some, somebody, someone, something quelqu'un, quelqu’un شخص ذو شأن, شخص ما někdo nogen, nogle jemand alguien joku netko qualcuno 誰か 누군가 iemand noen ktoś alguém кто-то någon บางคน birisi người nào đó 某人 επίθ α / θ / ουδ κάποιος, κάποια, κάποιο ['kapços, 'kapça, 'kapço] 1 ένας τυχαίος άγνωστος quelqu'un Κάποια Μαρία τηλεφώνησε. Une certaine Maria a appelé.£££ 2 σχετικός, μερικός quelque (είμαι) μιας κάποιας ηλικίας έχω σχετικά μεγάλη ηλικία avoir un certain âge Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|