| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.985.445 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάπου |
0,01 sec. |
|
κάπου somewhere, someplace مكان ما někam, někde et eller andet sted irgendwo en algún lugar, en algún sitio jossakin quelque part negdje da qualche parte, in qualche parte どこかに 어딘가에 ergens et eller annet sted gdzieś em algum lugar где-то någonstans ที่ใดที่หนึ่ง, บางแห่ง bir yerde ở một nơi nào đó 某地, 某处 επίρρ κάπου ['kapu] 1 σε κάποιο μέρος quelque part Κάπου πρέπει να είναι. Il doit être quelque part. 2 περίπου presqueà peu près Ήταν κάπου δέκα η ώρα. Il était à peu près dix heures. κάπου κάπου πού και πού de temps à autreparfois Βλεπόμαστε κάπου κάπου. Nous nous voyons de temps à autre. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|