| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.990.622 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάρβουνο |
0,02 sec. |
|
κάρβουνο coal, carbon, charcoal charbon, coke فحم, فَحْم نباتى uhlí kul, trækul Holzkohle, Kohle carbón hiili, puuhiili ugljen carbone 木炭, 石炭 석탄, 숯 houtskool, steenkool kull, trekull węgiel, węgiel drzewny carvão древесный уголь, уголь kol, träkol ถ่าน, ถ่านหิน kömür, odun kömürü than, than củi 木炭, 煤 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|