| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.838.778 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάτοικος |
0,03 sec. |
|
κάτοικος inhabitant, denizen, resident habitante, residente habitant, résident ساكن, مُقِيم místní občan, obyvatel beboer Bewohner, Einwohner asukas stanovnik abitante, residente 住人, 居住者 주민 bewoner, inwoner beboer, innbygger mieszkaniec, rezydent habitante, residente житель invånare, vara bosatt ผู้พักอาศัย, ผู้อยู่อาศัย sakin dân cư, người dân 居民 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|