| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.156.584 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κάτοχος |
0,03 sec. |
|
|
κάτοχος owner, occupant possesseur مالك właściciel propietario Eigentümer proprietario владелец eigenaar proprietário собственик Vlastník ejer omistaja 所有者 소유자 ägare เจ้าของ
ουσ α/θ κάτοχος ['katoxos] ο ιδιοκτήτης propriétaire είμαι κάτοχος αυτοκινήτου être propriétaire d'une voiture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|