| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.918.509 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάτοχος |
0,01 sec. |
|
κάτοχος owner, occupant possesseur ουσ α/θ κάτοχος ['katoxos] ο ιδιοκτήτης propriétaire είμαι κάτοχος αυτοκινήτου être propriétaire d'une voiture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|