| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.301.783 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κάψιμο |
0,02 sec. |
|
κάψιμο حرق popálenina bæk Brandwunde burn quemadura palovamma brûlure opeklina bruciatura 火傷 화상 brandwond brannsår oparzenie queimadura ожог brännsår ลำธาร yanık vết cháy 烧伤 ουσ ουδ κάψιμο ['kapsimo] 1 η διαδικασία όταν καίμε κτ combustion το κάψιμο των ξύλων la combustion du bois Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|