| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.163.391 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κάψιμο |
0,01 sec. |
|
|
κάψιμο حرق popálenina bæk Brandwunde burn quemadura palovamma brûlure opeklina bruciatura 火傷 화상 brandwond brannsår oparzenie queimadura ожог brännsår ลำธาร yanık vết cháy 烧伤
ουσ ουδ κάψιμο ['kapsimo] 1 η διαδικασία όταν καίμε κτ combustion το κάψιμο των ξύλων la combustion du bois Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|