| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.681.272 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κίνδυνος |
0,02 sec. |
|
κίνδυνος Gefahr, Risiko danger, hazard, risk danger, risque periculum gevaar, risico perigo, risco خطر, مخاطرة nebezpečí, riziko fare, risiko peligro, riesgo riski, vaara opasnost, rizik pericolo, rischio 危険 위험 fare, risiko niebezpieczństwo, ryzyko опасность, риск fara, risk ความเสี่ยง, อันตราย risk, tehlike rủi ro, sự nguy hiểm 危险, 风险 ουσ α κίνδυνος ['cinðinos] ρίσκο, απειλή danger; risque βάζω τη ζωή μου σε κίνδυνο mettre sa vie en périlrisquer sa vie έξοδος κινδύνου sortie/issue de secours Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|