| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.872.033 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κίνηση |
0,02 sec. |
|
κίνηση движение movement, traffic, move, motion, turnover mouvement, trafic انتقال, مُرور doprava, pohyb bevægelse, trafik Umzug, Verkehr mudanza, tráfico, trasteo liikenne, siirto potez, promet mossa, traffico 交通, 移動 교통, 이동 beweging, verkeer flytting, trafikk ruch, ruch uliczny movimento, trânsito движение flytt, trafik การจราจร, การย้ายที่อยู่ hareket, trafik giao thông, sự di chuyển 交通, 移动 ουσ θ κίνηση ['cinisi] 1 αλλαγή θέσης déplacement κυκλική κίνηση un mouvement circulaire βρίσκομαι σε κίνηση se trouver en mouvement 3 πράξη chose έξυπνη κίνηση un geste intelligent 4 έντονη κυκλοφορία στο δρόμο circulation; trafic Έχει κίνηση. Il y a de la circulation. 5 δραστηριότητα activité η πολιτιστική κίνηση ενός τόπου l'activité culturelle d'une région Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|